Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είσαι

Από το πρωί όλα κινούνται σε νωχελικούς ρυθμούς. "Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω."

Νιώθω πρωταγωνίστρια σε σκηνή του Αγγελόπουλου. "Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω."



Τέτοια θυματοποίηση έχω να ζήσω από το μιλένιουμ. Είμαι λίγους μήνες πριν τα τριάντα. Περιφέρομαι στο πάτωμα του σπιτιού με μια κούπα καφέ στο χέρι. Θέλω να μιλήσω. Δεν ξέρω τι να πω.  Ξέχασα. Πώς το έλεγα παλιότερα; Συνεχίζω ράθυμα γιατί η K. είπε ότι θα βοηθήσει. Πάμε πάλι. "Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να γράψω."

Αν ήμουν σίκουελ, θα με τιτλοφορούσα -η αβάσταχτη ελαφρότητα του είμαι-.


"Πάντα θα μ'αγαπάς. Αντιπροσωπεύω όλες τις αμαρτίες που δεν είχες το θάρρος να κάνεις."
Μπράβο θείε Όσκαρ. Άγριε. Αν-μπλοκ. Τόσος ο ενθουσιασμός μου, που σκέφτομαι να σου κάνω εγώ το αγαλματάκι, που σου στέρησαν λόγω ασύμφορου επιθέτου.

Πάμε πάλι. "Δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν ξέρω τι να γράψω." Καλό αυτό με την επανάληψη. Λένε ότι δείχνει επισήμανση. Εγώ βλέπω μόνο να γεμίζουν γραμμές. Σε μια κρίση αναρχίας σκέφτομαι να γεμίσω σελίδες γράφοντας απλά "εγώ".


Ως ύστατο χαίρε στην κομπλεξική μου φοβία στον εγωκεντρισμό. 





Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Μοιάζω στο τέρας

"Κι εσύ σε τι φάση είσαι;"
"Επιδερμική."
"Πιο λιανά..."

"Σε φάση, που λες, ότι αποφασίζεις μεγαλώνοντας πως οι ανθρώπινες σχέσεις- πάσης φύσεως- τροφοδοτούνται από ελπίδα, και αποδομούνται από απογοήτευση. Σε φάση συρρικνώνομαι ψηλώνοντας."

Νωχελικό χάζι στις φωτογραφίες των μοναχικών.
Και είπε ο φίλος...

"Δεν είναι κακό να τα ζητάς ΟΛΑ."

Την επόμενη φορά να θυμηθώ να τους πω ότι δεν υπολόγισα τα γεράκια της Δικαιοσύνης, τότε.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Δεν φοβάμαι...


Χρόνος: Δεκέμβριος 2015
Τόπος: Θ. Α. Ν. Θ.
Πρωταγωνιστές: Εκείνοι

"Μη φοβάσαι, γαμώτο". Για τελευταία φορά. Της το υποσχέθηκα. 

Κι αλλάζει η αλληγορία, κι έρχεται η αντίθεση. Από μικρή απορούσα ποια σακατεμένη λογική καθιέρωσε τα άνοστα χρώματα στα δωμάτια των νοσοκομείων. Παρατηρώ το μηχάνημα της ακτινοβολίας. Καμιά απόχρωση τοποθετημένη με ακρίβεια. Καμιά συνθήκη συναρμολογημένη με χαρακτήρα. Πληρώνουμε αδρά διακοσμητές για να καλλωπίσουν τα σπίτια μας, αντί  να κάνουν το ίδιο- δημοσία δαπάνη- στα νοσοκομεία. Κι αυτή η λευκή ποδιά των γιατρών, πάντα ξεκούμπωτη, πολλά υποσχόμενη... 


Εδώ μέσα νιώθω ένας ηλίθιος αρνητής της εποχής μου. Μοιραία ο κόσμος διαμορφώνεται στα σημεία. Έρχεται η ώρα να ξαπλώσω στο μηχάνημα ακτινοθεραπείας. Γδύνομαι και κρυώνω. Όχι με την ίδια σειρά κάθε φορά.

Σήμερα Την ακούω από τα ακουστικά του ραδιοφώνου και ζητάω από τον γιατρό να με αφήσει να συνεχίσω  την ακρόαση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μου απαγορεύει το κινητό, αλλά τοποθετεί ένα φορητό τραντζιστοράκι δίπλα από το μαξιλάρι μου. 
"Τι το θες εσύ το αθλητικό ραδιόφωνο πρωινιάτικα;"

Ξεκινάει το συνεχόμενο βουητό του μηχανήματος και με ζαλίζει. Νιώθω ηλεκτρομαγνητικά κύματα στις άκρες των δαχτύλων μου. Είναι η ώρα που πρέπει να φοβηθώ. Αλλά Αυτή γελάει με έναν ακροατή. Δεν με παίρνει να λυγίσω, επειδή Αυτή γελάει. Θα νιώσει ότι φοβήθηκα και δεν θα γελάει πια. 

Σκέφτομαι τους "λίγους" μου. Αυτούς τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ο λόγος να καμαρώνω. Θέλω να βγω από εδώ μέσα και να τους συναντήσω όλους μαζί. Να τους αγκαλιάσω και να τους πω ότι είναι ο σκοπός μου. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιους άλλους που θα τους αντικαταστούσαν επάξια. 

Γελάει ακόμα. Με ξαφνιάζει η χροιά Της. Ωριμάζει. Μεγαλώνει, από τη μέρα που της το εξομολογήθηκα. Τότε δεν κάμφθηκε ούτε στιγμή το κορμί της. Θυμάμαι το βλέμμα της στον απέναντι καναπέ. Εκνευριστικά ψύχραιμη, μέχρι που θυμήθηκα γιατί την ερωτεύτηκα τόσο. Πέρασε μισή ώρα εδώ μέσα, κι όμως σήμερα δεν είναι τόσο κλειστοφοβικά. Θυμάμαι την φοβία της στα αεροπλάνα και γελάω δυνατά. Και κουνιέμαι. Και τους δυσκολεύω. Εντάξει, συνετίζομαι. 

Θέλω να βγω από εδώ μέσα και να τηλεφωνήσω στην Φουρτούνα μου. Να της πω ότι σήμερα μπήκε το Μελανούρι μου στο μηχάνημα και το διέλυσε. Να την λατρέψει. Θέλω να της πω ότι δεν θα ξαναμπώ εδώ μέσα. Να κλάψει. Να την αφουγκραστώ. 

Κι ύστερα τη Λίστα μου. Τους φύλακες αγγέλους μου. Αν ποτέ τους αγιοποιήσουν, θα σπαστώ, γιατί θα ξέρω ότι ξεγέλασαν ως και τα Θεία. Είναι ιδανικά πλασμένοι να αγαπούν μερικούς. Επιλέγουν με ακρίβεια αυτούς που θα κυριεύσουν τη σκέψη τους. Κάποιους από αυτούς τους αγαπούν ολοκληρωτικά, σχεδόν χωρίς λογική. Είμαι κι εγώ στους λίγους τους. Τώρα πια το ξέρω.. Καλή ευκαιρία να γκρινιάξω.

Θέλω να βγω από εδώ μέσα και να συναντήσω το Καρντάσι μου. Να πιω μαζί του το ίδιο τσίπουρο. Να του θυμίσω τη δύναμη του και να κρυφτώ στην αγκαλιά του. Για λίγα λεπτά, να αποποιηθώ τις ευθύνες μου...

Θέλω να βγω και να με περιμένει ο Παραλογισμός μου. Να με γλιτώσει από τον μόχθο της εξομολόγησης. Την αμηχανία της αποκάλυψης. Όπως τίποτα από όσα ζούμε δεν είναι φυσιολογικό, έτσι κι αυτή Του η συναίσθηση οφείλει να διαφέρει. Να με γυρίσει στο σπίτι και να μου κάνει έρωτα. Σαν να είναι η πρώτη φορά. Κι ύστερα να φύγει, για να συνεχιστούν όλα από εκεί που ξεκίνησαν. "Όσο επιλέγω να μην ξέρεις, σε προστατεύω. Από το ανυπόφορο αδιέξοδο. Από την αλήθεια που ζητάς, αλλά δεν σου περνάει από το μυαλό πόσο υπερεκτιμημένα την πλάθουν τα ανθρώπινα."

Ζητάω να καταλάβω τις αιτίες. Ποια σατανική συντεταγμένη τα όρισε με αυτόν τον τρόπο; Ξέρω ότι θα γυρίσω στο σπίτι και θα ξεκινήσουν τα καψίματα και οι εμετοί. Αν ήμουν κάποια άλλη, θα ήταν δυσκολότερο. Τώρα έχω ευθύνη. Για όλους αυτούς που περιμένουν πάνω από τηλέφωνα για τα αποτελέσματα της αξονικής. Για εκείνους που σβήνουν μέρες από τα ημερολόγια. Για την απόδειξη των τετριμμένων πως "αν δεν είσαι εδώ κοντά μου, δεν θα είσαι πουθενά αλλού". Γι' αυτούς που δεν επέλεξαν να πονέσουν, αλλά το άντεξαν. Για εσάς, που καταλάβατε χωρίς να ζητήσετε εξηγήσεις. 

Είναι τέλη Ιανουαρίου 2016 και είμαι αρτιμελής. Κι αν απορείτε πως, θα σας εκπλήξω, αλλά έχω την απάντηση: Δεν μπορώ μακρυά σας!

Για εσάς.
Τους "λίγους" μου.
Σας ευχαριστώ.
Φ.



Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Θ...θυμός, Θ...θυμάμαι, Θ...

Ένας γύρος του κόσμου το φευγιό σου. Μια άρτια προμελετημένη απουσία. Η αρχή και το τέλος μιας λογικής, που μας κρατάει στέρεα στη γη όταν φυσάει κόντρα.






Αύγουστος 2009. Απολύθηκες κι εσύ, όπως τόσοι. "Η βαριά βιομηχανία της τηλεόρασης σκουπίζει τα πόδια της πριν περάσει από πάνω μας". Κλείστηκες στο σπίτι, φτύνοντας τις λέξεις.
Μόνο για τα τσιγάρα σου φρόντιζες, με μητρική-σχεδόν-στοργή. Μετρούσες με ακρίβεια την υγρασία του χώρου και τα τοποθετούσες με ευλάβεια στην προκαθορισμένη θέση τους. Λοξοδρόμησε η πορεία σου και έχασες-για δεύτερη φορά-τη ρότα σου. Κι εγώ σε χρέωνα με θυμό. 
"Όταν θυμώνεις αλλάζουν χρώμα τα μάτια σου και λειαίνουν τα χείλη σου".

Ακόμα και τα βράδια που ξαγρυπνούσα, ακούγοντας σε να ανασαίνεις με δυσκολία στο διπλανό προσκεφάλι, νόμιζα ότι σου πρόσφερα τη μέγιστη θυσία. Δεν προλάβαινα να καταλάβω. Είχα έναν εργοδότη να υπηρετήσω. Έναν αρχισυντάκτη να λογοδοτήσω. Μια φιλοδοξία να ικανοποιήσω. 
"Έχουμε καιρό.."

Μάρτιος 2010. Η επικαιρότητα έτρεχε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Το ρεύμα των "αγανακτισμένων" ήταν πρόκληση. Αφουγκραζόμουν τη δεύτερη μετάφραση και διψούσα για αποδείξεις. Η κρίση μου έπρεπε να είναι σε εγρήγορση. Να κατεβάζω ιδέες, να μιλάω συνετά, να βλέπω καθαρά στο σκοτάδι. 

Οι καυγάδες μας γινόταν άγριοι. Στις νηφάλιες στιγμές σου μου φώναζες ότι χανόμαστε. "Εσύ ξεστράτισες. Παρέβλεψες την ανηφόρα μας, αλλά ξεχνάς ότι είναι μονόδρομος. Δεν μπορείς να κόβεις δρόμο από τα στενά και να φτάνουμε μαζί στη γραμμή τερματισμού. Λογικεύσου, μεγάλε."

Ιούνιος 2010. Δεν θυμάμαι πόσους μήνες είχαμε να ανταλλάξουμε κουβέντα μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Συνέχισα να δουλεύω πυρετωδώς, να λείπω μερόνυχτα. Κι ύστερα ήρθε ο μισθός, η αναγνώριση από τους συναδέλφους. Πόνταρα στο γρήγορο άλογο και έφτιαξα ένα πετυχημένο "σαλόνι" για την εφημερίδα. Στα γραφεία μια μόνιμη βοή. Τηλέφωνα, φωνές, αποφάσεις. Αν συγκεντρωθώ, φέρνω ακόμα το βουητό στα αυτιά μου. Μου έμειναν προικιό, ξέρεις, κι εκείνοι οι ασυγκράτητοι πονοκέφαλοι. 

11 Ιουνίου 2010.
"Να γράφεις, μικρή. Αν ποτέ σταματήσεις να γράφεις να ανησυχήσεις...ή να αλλάξεις στυλό."

Με ενοχλούσαν όλοι. Πατούσαν τα χαλιά μου με τα παπούτσια τους. Δαιμονιζόμουν που άφηναν δαχτυλιές στο γυάλινο τραπέζι. Κι όλοι αυτοί που με αγκάλιαζαν, τι περίμεναν να τους πω όταν με κοιτούσαν στα μάτια; Μου θύμιζε το μουρμουρητό της εφημερίδας. Άλλοι μιλούσαν στο τηλέφωνο, άλλοι σκυφτοί έπλεκαν τα δάχτυλα τους. Έκλαψα μόνο επειδή τελείωσαν τα τσιγάρα μου και ήταν η ώρα περασμένη. Νευρίασα που το σπίτι μύριζε ελληνικό καφέ και λιωμένο κερί. Μάτωσα τα δόντια μου. Από τότε τα μετράω και μου βγαίνουν δύο λιγότερα. Μεταξύ μας, μεγάλε, δεν πάω να τα φτιάξω. Φοβάμαι μην πονέσω.


"Σε μια κραυγή της νύχτας όλοι συνυπάρχουμε και ανασαίνουμε φόβο"



Σήμερα νιώθω ζαλισμένη, όπως μετά από μια επίπονη προσπάθεια. Πλήττω θανάσιμα. Ένας φίλος με ρώτησε πρόσφατα αν θα προτιμούσα να είχε γίνει αλλιώς. Τα νεύρα μου πάλλονται. Η σκέψη σου με ελκύει αδιάκοπα. Αυτό δεν θα αλλάξει πια.
Αν γνώριζες όλες τις εσωτερικές δυνάμεις που με εξάντλησαν, όλους τους παραλογισμούς που πέρασαν από μπροστά μου, τότε θα καταλάβαινες γιατί τώρα θέλω να είμαι φρέσκια, και άδολη, και αθώα.

Αύγουστος 2010. Τελείωσαν οι ανακρίσεις. Ψάχνω τις ανάσες μου, αλλά τουλάχιστον μπορώ να φύγω από την πόλη. Ο πατέρας μου χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Είναι μια καλή παρηγοριά για επιστροφή. Πριν ακόμα θυμώσω μαζί σου...



Πέντε χρόνια μετά μετράω τις αντιθέσεις...Αγόρασα ξανά γυάλινο τραπέζι. Και το κακομεταχειρίζομαι, για να έχει παράπονα. 
Η δουλειά μου έχει ακόμα φασαρία. Από παιδικές φωνές.
Έβαλα πολλά κιλά. Για να γκρινιάζω ότι δεν μπορώ να τα χάσω. 
Ερωτεύτηκα. Όχι ξανά. Για πρώτη φορά. Το ξέρεις άλλωστε, εσύ δεν τον έστειλες; 

Άκου.. εκτός από τα ταξίδια μαζί Της, τα βράδια στο πλάι Του κι εκείνο τον φάρο στην Κάλυμνο, όλα μου φαίνονται επιπόλαια. Αν δεν σκοπεύεις να γυρίσεις, πάρε τη θέση σου και κοίτα να ηρεμήσεις, παρατράβηξε! 

Αφοπλιστικά εδώ, μακρυά σου.
Φ.















Αντικατοπτρισμοί

Καμία αυτοαναφορικότητα. Μόνο λίγη προσδοκία. Κι αυτή με κόπο..



Οι φίλοι. Αυτοί που ευθύνονται. Κι αυτοί που παίρνουν άφεση από την αφετηρία. 

Η φουρτούνα. Η επικεφαλίδα και ο επίλογος σε κάθε εκδοχή. Αυτή που δεν χαρίζει σημεία στίξης, ξεγελάει και ξεγελιέται. Κλείνω τα μάτια και την φαντάζομαι σαν ένα ακυβέρνητο μπαλόνι στον βρετανικό ουρανό. Μοιραία, όλα όσα ξέρει, κι εκείνα που αγνοεί, την ξεμπερδεύουν.
"Γράψε επιτέλους!".

Το μελανούρι. Αιθεροβατεί με τα πόδια καρφωμένα στη γη. Διεκδικεί την ρεαλιστική καταγραφή των συνθηκών και πειράζει τις παραμέτρους της εξίσωσης. Έτσι για την αναρχία. Δυο χρόνια τώρα εξασκούμε τις ματιές μας στα απέναντι μικρόφωνα. Της χρωστάω λέξεις και γεύσεις.

"Σε δύο βγαίνουμε στον αέρα!"

Δεν έχει σημασία να παραθέσω τα διαφορετικά αποτελέσματα που προκύπτουν κάθε φορά. Άλλωστε δεν πρόκειται για αυτοματοποιημένες διαπιστώσεις.


Αυτή τη χρονιά θέλω να ερωτευτώ τη ζωή, παρατράβηξε. Και να πάρω το μέρος της πρώτης.

Αυτή τη χρονιά θέλω να ζωγραφίσω το μόχθο της σύνθεσης. Και να πάρω το μέρος της δεύτερης.
Αυτή τη χρονιά θέλω να βγούμε σώες. Αν το αξίζουμε.


https://www.youtube.com/watch?v=DWL_JzZStb8








L'esprit de l'escalier

That feeling you get when you leave a conversation and think of all the things you should have said






Τιτλοφορώ κι αδιαφορώ. Να μου θυμίσεις να προλάβω να ξεχάσω.

Μείνε μέχρι να τα πω όλα. Κι ύστερα φύγε για να μετανιώσω. Όχι ακόμα. Δεν πρόλαβα. Θέλει λίγο συμμάζεμα, να μη χάσεις το μυαλό σου.

Σκέφτομαι ανθρώπους στις μοναχικές τους στιγμές. Τι σκέφτονται; Τι τακτοποιούν; Εγώ ξεχνάω. Δεν προλαβαίνω. Έτσι με συμφέρει.

Cut! Πάμε πάλι από την αρχή. Μην παραπονιέσαι που δεν είναι το ίδιο. Έλα, θυμήσου! Κάποια μέρα δεν θα ξεχάσω τίποτα. Θα σου πω ξανά "τα έχουμε πει όλα". Και θα σε διώξω. Για να ξαναγυρίσεις.

Να μην μετανιώσω που άργησα. Όσο δεν τακτοποιώ τη μνήμη μου, θα πρέπει να ξεκινάω πάλι από την αρχή. Όχι πάλι, μη φύγεις.

Απόψε μείνε. Θα θυμηθώ.

Θα θυμηθώ να μην (σε) ξεχάσω.